γέφυρα

Τεχνικό έργο που εκτείνεται σε όλο το πλάτος ενός δρόμου, όταν διακόπτεται για ένα διάστημα η συνέχεια του αναχώματος, είτε εξαιτίας των εμποδίων που δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν, όπως είναι για παράδειγμα τα υδάτινα ρεύματα, μία χαράδρα ή οι οδοί που ήδη υπάρχουν και πρέπει να παραμείνουν ανοιχτές, είτε εξαιτίας μεγάλης διαφοράς στάθμης μεταξύ του επιπέδου της οδού που θα κατασκευαστεί και του εδάφους, οπότε προκύπτει υπερβολικό ύψος επιχώματος. Στις περιπτώσεις αυτές αντικαθίσταται το επίχωμα της οδού με τεχνικά έργα υπερύψωσης, που παίρνουν ιδιαίτερες ονομασίες ανάλογα με τον προορισμό και το μέγεθός τους. Όλα αυτά τα τεχνικά έργα μπορούν να αναχθούν σε έναν μοναδικό τύπο, τη γ., η οποία μπορεί να έχει ένα ή περισσότερα ανοίγματα. Πρακτικά, η ονομασία γ. δίνεται μόνο στα τεχνικά έργα που συνδέουν τις όχθες υδάτινων ρευμάτων και έχουν άνοιγμα όχι μικρότερο από 5 μ. Αν το τεχνικό έργο χρησιμεύει για να επιτρέψει τη δίοδο σε μία ήδη υπάρχουσα οδό, αλλά βρίσκεται σε χαμηλότερη στάθμη από την οδό που μελετάται, παίρνει τότε την ονομασία κατώτερη διάβαση· αν αντίθετα χρησιμοποιείται για να επιτρέψει τη δίοδο σε μία οδό που ήδη υπάρχει και βρίσκεται σε υψηλότερη στάθμη, το τεχνικό έργο, ως προς τη νέα οδό πάντα, ονομάζεται ανώτερη διάβαση. Όταν το τεχνικό έργο δεν προορίζεται για τη γεφύρωση ενός συγκεκριμένου υδάτινου ρεύματος ή μιας συγκεκριμένης οδού, αλλά χρησιμεύει για να διασχίσει μία μεγάλη και βαθιά κοιλότητα του εδάφους, οπότε θα ήταν αναγκαίο να κατασκευαστεί επίχωμα μεγάλου μήκους, δύσκολης πραγματοποίησης και αμφίβολης ευστάθειας εξαιτίας του μεγάλου ύψους, τότε ονομάζεται oδογέφυρα. Οι οδογέφυρες έχουν συνήθως μεγάλο ύψος και πολλά ανοίγματα, συχνά τοποθετημένα το ένα κάτω από το άλλο με διάφορες κατατάξεις. Συχνά, μερικά από τα ανοίγματα αυτά επιτρέπουν τη δίοδο είτε σε ένα υδάτινο ρεύμα είτε σε μία οδό. Ανάλογα με τον προορισμό τους, οι γ. διακρίνονται σε πεζοφόρους ή πεζογέφυρες, που επιτρέπουν τη διάβαση μόνο των πεζών· σε οδικές, που χρησιμεύουν για την κυκλοφορία μιας συνηθισμένης οδού· σε σιδηροδρομικές, που παρεμβάλλονται σε έναν κλάδο σιδηροδρομικού δικτύου· και τέλος, σε διωρυγογέφυρες, που χρησιμεύουν για τη διατήρηση της συνέχειας μιας υδάτινης οδού. Ανάλογα με τη στατική μορφή της κατασκευής τους, οι γ. κατατάσσονται σε γ. με ευθείες δοκούς, όπου η δράση κατευθύνεται κάθετα προς τα βάθρα, σε θολωτές με ένα ή περισσότερα τόξα, όπου η δράση διευθύνεται λοξά προς τα έξω, και σε κρεμαστές, όπου η δράση διευθύνεται λοξά προς τα μέσα. Οι γ. μπορούν να κατασκευαστούν αποκλειστικά από ξύλο, τοιχοποιία, σίδερο, οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν αρμέ) ή με μεικτή κατασκευή. Οι ξύλινες κατασκευές δεν χρησιμοποιούνται πια, παρά μόνο για προσωρινά έργα μικρού ανοίγματος ή οπωσδήποτε σε περιοχές με πολλά δάση. Είναι οικονομική και εύκολη κατασκευή, αλλά χρειάζεται συνεχή συντήρηση και είναι εύφλεκτη. Εξάλλου, με τον καιρό οι σύνδεσμοι και οι ενώσεις τείνουν να αλλοιωθούν. Η διάρκεια των γ. αυτών περιορίζεται μεταξύ 50 και 100 ετών. Οι γ. με τοιχοποιία κατασκευάζονται από λίθους ή τσιμεντόλιθους. Τα υλικά αυτά έχουν πρακτικά απεριόριστη διάρκεια ζωής και η κατασκευή δεν χρειάζεται παρά μία ελάχιστη συντήρηση. Στα πλεονεκτήματά τους όμως αντιπαραβάλλονται το υψηλό κόστος κατασκευής και η πρακτική αδυναμία να κατασκευαστούν ανοίγματα μεγαλύτερα από 100 μ. Τα κατασκευαστικά στοιχεία αυτών των γ. διαιρούνται σε δύο βασικές ομάδες: την υποδομή που περικλείει τα βάθρα με τις θεμελιώσεις τους και την επιδομή που αποτελεί την κυρίως γ. Η επιδομή περιλαμβάνει το κατάστρωμα (ή τη διώρυγα στις διωρυγογέφυρες), το ικρίωμα με κύριες διαδοκίδες, αντανέμιους συνδέσμους κλπ. και τα τόξα, αν υπάρχουν. Στην περίπτωση των γ. με τοιχοποιία, μπορούμε να έχουμε ως φέρουσα κατασκευή ένα ή περισσότερα τόξα (ή θόλους)που στηρίζονται σε υποστυλώματα. Τα τόξα που καταλήγουν στις όχθες ονομάζονται ακραία τόξα, ενώ αυτά που είναι στη μέση λέγονται κεντρικά. Η απόσταση μεταξύ των στηρίξεων ενός τόξου ονομάζονται άνοιγμα. Τα βάθρα στηρίζονται σε θεμέλια που αποτελούνται από μεγάλους τσιμεντόλιθους. Σε κάθε σχετική κατασκευή, το πρώτο και κύριο πρόβλημα που οφείλει να λύσει ο μηχανικός είναι αυτό των θεμελίων: είναι απόλυτα αναγκαίο τα θεμέλια των γ. να στηρίζονται σε σταθερό έδαφος, που δεν θα πάθει καμία καθίζηση από φυσικούς παράγοντες. Η στάθμη των θεμελίων πρέπει να τεθεί σε μεγαλύτερο βάθος απ’ όσο είναι δυνατόν να φτάσει η διάβρωση από τα ύδατα. Είναι λοιπόν αναγκαίο να γνωρίζει ο κατασκευαστής τη μορφή και τη σύσταση του υπεδάφους στη ζώνη της γ. για να καθορίσει τα μέσα και τον τρόπο εργασίας. Αυτό επιτυγχάνεται με μεθοδικές διερευνητικές γεωτρήσεις. Από τα διάφορα συστήματα που έχουν υιοθετηθεί για τη σταθεροποίηση των εδαφών τα οποία δεν είναι αρκετά ανθεκτικά για την τοποθέτηση θεμελίων, αναφέρουμε τις ενέσεις τσιμέντου και τις πασσαλώσεις από ξύλο ή οπλισμένο σκυρόδεμα. Όταν, ωστόσο, οι τοπικές συνθήκες επιδεινώνονται από ροή ύδατος, χρησιμοποιούνται σχεδόν πάντοτε, ιδίως για τα μεσόβαθρα, θεμελιώσεις με πεπιεσμένο αέρα. Με το σύστημα αυτό έγινε δυνατόν να φτάσουμε σε βάθος θεμελίων πάνω από 40 μ. (49,11 μ. στη σιδηροδρομική γ. του Χόουκσμπουρι στην Αυστραλία). Στο ανώτερο τμήμα των βάθρων στηρίζονται οι θόλοι (ή τόξα), που έχουν δύο κυλινδρικές επιφάνειες, το εσωράχιο και το εξωράχιο, δύο επίπεδες επιφάνειες κατά μήκος της γ., που λέγονται μέτωπα προς τα πάνω και προς τα κάτω, και δύο επίπεδες επιφάνειες πάνω στις οποίες στηρίζεται ο θόλος. Το πάχος του τόξου μπορεί να είναι σταθερό, αλλά γενικά παρουσιάζει ένα ελάχιστο στο μέσο, που λέγεται κλειδί της αψίδας. Στο εξωράχιο, οι θόλοι ενισχύονται με τον σχηματισμό δύο υδρορροών, που χρησιμεύουν για την υποστήριξη των πλευρών της αψίδας και διευκολύνουν τη συλλογή και την αποχέτευση των νερών της βροχής, που διεισδύουν από το υπερκείμενο κατάστρωμα. Όταν η αποχέτευση των νερών αυτών είναι πολύ δύσκολη, κατασκευάζονται υδρορροές στην τοιχοποιία και ιδίως στην τοιχοποιία των αψίδων. Κάτω από την επιφάνεια του εξωραχίου και των πλευρών τοποθετείται το κάλυμμα, προστατευτικό στρώμα που αποτελείται από ένα αδιάβροχο ελαστικό στρώμα πάχους 5-12 εκ., με υλικό κονίαμα από λεπτόκοκκο τσιμέντο, και από ένα στρώμα ασφάλτου πάχους 0,8-1,5 εκ. Πάνω από τις αψίδες της γ. γίνεται επιχωμάτωση με χαλίκια (συμπαγή αν πρόκειται για κοινό οδόστρωμα, έρμα αν πρόκειται για σιδηροδρομική γραμμή), προκειμένου να σχηματιστεί μία επίπεδη βατή επιφάνεια στο ακριβές ύψος του καταστρώματος. Η επιχωμάτωση αυτή γίνεται μεταξύ δύο τοίχων που λέγονται μετωπικοί και υψώνονται από τις αψίδες μέχρι το επίπεδο του καταστρώματος. Αυτοί οι τοίχοι καταλήγουν, για λόγους είτε προστασίας είτε αισθητικούς, σε μία κορωνίδα από λαξευτή πέτρα. Κατά μήκος των πλευρών της γ., πάνω από το επίστρωμα, υψώνονται προστατευτικά στοιχεία (στηθαία). Ως ανώτατο όριο ανοίγματος για γ. με τοιχοποιία μπορούν να θεωρηθούν τα 100 μ. γ. από οπλισμένο σκυρόδεμα.Για ανοίγματα μέχρι 5-6 μ. υιοθετείται μία κατασκευή με απλή πλάκα, ενώ για ανοίγματα μέχρι 15 μ. χρησιμοποιούνται πλάκες με δοκούς, ενισχυμένες με δύο ή περισσότερες αντηρίδες, ανάλογα με το πλάτος της οδού. Για μεγαλύτερα ανοίγματα επικρατεί το τόξο ή, γενικότερα, μία σειρά από τόξα παράλληλα, που ενώνονται με δευτερεύουσες διαδοκίδες. Καθένα από τα τόξα στηρίζει, με στύλους ή αναρτήρες, μία διαμήκη δοκό του καταστρώματος. Τα τόξα και οι δοκοί του καταστρώματος είναι ενωμένα εγκάρσια. Η υιοθέτηση της σύγχρονης κατασκευής από προεντεταμένο οπλισμένο σκυρόδεμα επέτρεψε την πραγματοποίηση μεγάλων ανοιγμάτων (η γ. του Τράνεμπεργκ, κοντά στη Στοκχόλμη, έχει μόνο ένα τόξο ανοίγματος 181 μ.). κινητές γ. Ο τύπος αυτός γ. υιοθετείται όταν δεν είναι δυνατόν να τοποθετηθεί το κατάστρωμα σε τέτοιο ύψος ώστε να επιτρέπει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα κάτω από αυτό. Κατά το μεγαλύτερο μέρος, τέτοιες γ. κατασκευάζονται κυρίως από μέταλλο. Οι πιο κοινοί τύποι είναι: η ανορθούμενη γ., της οποίας η περιστροφική κίνηση γίνεται γύρω από οριζόντιο άξονα· η περιστρεφόμενη γ., η οποία περιστρέφεται γύρω από κάθετο άξονα· η ολισθαίνουσα γ., της οποίας το κινητό μέρος εισέρχεται τηλεσκοπικά μέσα στο σταθερό μέρος, και η ανυψούμενη γ., που αποτελείται από ένα κινητό κατάστρωμα μεταξύ δύο υψηλών πυλώνων, στους οποίους υπάρχει ο μηχανισμός ανύψωσης. μεταλλικές γ.Αν και οι πρώτες μεταλλικές γ. κατασκευάστηκαν από χυτοσίδηρο, για τέτοιες κατασκευές χρησιμοποιείται πλέον μόνο ο χάλυβας. Οι μεταλλικές γ. διακρίνονται σε γ. με δοκούς, τοξωτές, κρεμαστές και κινητές. Όλες οι μεταλλικές γ. έχουν υποδομή ανάλογη με την υποδομή των γ. με τοιχοποιία, δηλαδή βάθρα, υποστυλώματα και θεμελιώσεις. Διαφέρει όμως η ανωδομή. Οι γ. με μεταλλικές δοκούς (δοκογέφυρες) αποτελούνται συνήθως από χαλύβδινες δοκούς σε δικτύωμα, με ημιπαραβολικό ή ευθύγραμμο σχήμα και με κατάλληλες διατομές, οι οποίες ενώνονται με ηλώσεις ή συγκολλήσεις σε σχήματα απλά, συνήθως τριγωνικά, επειδή το τρίγωνο είναι σχήμα που δεν παραμορφώνεται. Η γ. με μεταλλικές δοκούς αποτελείται σχεδόν πάντα από δύο κύριες δοκούς, με κατάλληλους αντανέμιους συνδέσμους, οι οποίες στηρίζουν το ικρίωμα που φέρει το επίστρωμα. Ανάλογα με το ύψος στο οποίο φτάνουν οι κυρίως δοκοί, ιδίως στις μεγάλες γ., το κατάστρωμα μπορεί να βρίσκεται είτε ψηλότερα από τις δοκούς (με υπερκείμενο κατάστρωμα) είτε στο κατώτερο άκρο των δοκών (με υποκείμενο κατάστρωμα), ενώ με τον συνδυασμό των δύο συστημάτων μπορούν να υπάρχουν ένα υπερκείμενο και ένα υποκείμενο κατάστρωμα (γ. με δύο καταστρώματα). Συνήθως, καθένα από αυτά προορίζεται για διαφορετικό τύπο κυκλοφορίας (π.χ. ένα οδόστρωμα και μία σιδηροδρομική γραμμή). Για ανοίγματα από 50 έως 100 μ. και άνω, είναι κατάλληλο το σύστημα συνδυασμού μεταλλικού τόξου με τις δοκούς. Σε αυτό οι δοκοί στηρίζονται με ορθοστάτες πάνω σε ένα υποκείμενο τόξο με δικτυωτές πλευρές. Ο τύπος της κρεμαστής μεταλλικής γ. χρησιμοποιείται για τα μεγαλύτερα ανοίγματα. Τα κεντρικά ελεύθερα ανοίγματα της γ. που διασχίζει τη Χρυσή Πύλη (Golden Gate), στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, και της γ. Τζοβάνι ντα Βερατσάvo, στον κόλπο της Νέας Υόρκης είναι αντίστοιχα 1.067 και 1.300 μ. Ο τύπος αυτός αποτελείται από αλυσίδες και συρματόσχοινα τα οποία κρέμονται από την κορυφή υψηλών πυλώνων και συνδέονται, από το αντίθετο άκρο, με ισχυρά συστήματα αγκύρωσης. Από τα συρματόσχοινα κρέμονται οι αναρτήρες που συγκρατούν το ικρίωμα του οδοστρώματος. Αυτό ενισχύεται από δύο παράπλευρες δοκούς ακαμψίας, με ύψος περίπου το 1/50 του ελεύθερου ανοίγματος. Το βέλος του τόξου των συρματόσχοινων κυμαίνεται από 1/10 έως 1/15 της χορδής. Η οδική κυκλοφορία εκτελείται σε δώδεκα λωρίδες χωρισμένες σε δύο κλάδους. Οι γ. στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα η ορεινή μορφή του εδάφους, οι αμέτρητες χαράδρες, οι ποταμοί και οι χείμαρροι, επιβάλλουν συχνά την κατασκευή γ. Από τις παλαιότερες ωστόσο εποχές, την αρχαία δηλαδή και βυζαντινή Ελλάδα, ελάχιστα παραδείγματα διασώζονται. Η γ. που αποκαλύφθηκε στο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος, η μεσαιωνική γ. της Καρύταινας, το ρωμαϊκό υδραγωγείο της Νικόπολης και το τουρκικό της Καβάλας αποτελούν δείγματα των παλαιότερων μορφών γεφυροποιίας στη χώρα μας. Γ. του 18ου αι. και των αρχών του 19ου αι. σώζονται στα Επτάνησα, κατασκευασμένες στα τελευταία χρόνια της ενετοκρατίας και στη διάρκεια της γαλλικής κατοχής και της αγγλικής προστασίας. Οι σημαντικότερες ωστόσο ιστορικές γ. που υπάρχουν στην Ελλάδα, από αρχιτεκτονική και κατασκευαστική άποψη, είναι οι λαϊκές γ. της Ηπείρου. Στην κυρίως ορεινή αυτή περιοχή σώζεται μεγάλος αριθμός λίθινων λαϊκών γεφυριών, μνημείων πλέον της λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τα περισσότερα τοποθετούνται χρονολογικά στον 18o και 19o αι., όπως προκύπτει από τις ενεπίγραφες πλάκες· ορισμένα όμως είναι παλαιότερα, όπως το γνωστό γεφύρι της Άρτας, το οποίο συνδέεται, όπως και πολλά άλλα, με πολλούς θρύλους και παραδόσεις και ανάγεται στον 17o αι. Από τεχνική πλευρά αποτελούν ιδιαιτέρως αξιόλογα έργα, με τη σφραγίδα της γνώσης και της ευαισθησίας που διακρίνει τους λαϊκούς τεχνίτες. Ωστόσο, η πολύπλοκη πολλές φορές μορφή τους, η χάραξη των τόξων τους, η διαμόρφωση και η θεμελίωση των βάθρων τους μαρτυρούν την ύπαρξη μακραίωνης παράδοσης και εμπειρίας. Είναι λοιπόν πιθανό διαμέσου αυτών να μας παραδίδονται παλαιότερες μορφές, ίσως της βυζαντινής εποχής, οι οποίες όμως έχουν εκφραστεί με την ελευθερία και τη χάρη της λαϊκής τέχνης. Τα περισσότερα ηπειρωτικά γεφύρια είναι μονότοξα (Βίκος, Κόνιτσα, Τσεπέλοβο)· συναντώνται όμως και δίτοξα ή πολύτοξα (Άρτα, Δρίσκος). Κατασκευάζονταν στο στενότερο σημείο της χαράδρας ή της κοίτης του ποταμού και θεμελιώνονταν στις βραχώδεις παρειές της. Τα τόξα τους αποτελούνται από δύο, ανεξάρτητες μεταξύ τους, σειρές θολιτών. Το πλάτος του καταστρώματος δεν υπερβαίνει τα 2 μ., όσο δηλαδή είναι απαραίτητο για τη δίοδο ενός ανθρώπου ή ζώου. Το άνοιγμα όμως του τόξου αγγίζει κάποτε τα 40 μ. και, καθώς τεντώνεται στον αέρα, τολμηρό, λεπτό και νευρώδες, προκαλεί κατάπληξη και δέος. Μία καμπάνα, κρεμασμένη από το ψηλότερο σημείο του τόξου, ειδοποιεί, όταν ο άνεμος την κάνει να χτυπά, πως το πέρασμα είναι επικίνδυνο. Χαρακτηριστική είναι η βαθμιδωτή κατασκευή του καταστρώματος, που σε γεφύρια με περισσότερα τόξα δίνει μία γραμμή κυματοειδή, αρμονικά δεμένη με το περιβάλλον. Μετά την ανασύσταση του ελληνικού κράτους, η κατασκευή του οδικού δικτύου και των δύο κύριων σιδηροδρομικών δικτύων (Στερεάς – Πελοποννήσου) επέβαλαν την κατασκευή πολλών γ., μερικές από τις οποίες λειτουργούν ακόμα. Αξιοσημείωτη, κατασκευαστικά, είναι η παλαιότερη κινητή γ. του Ευρίπου, καθώς και η σημερινή συρταρωτή που την αντικατέστησε. Σημαντικές θεωρούνται η γ. του Πηνειού και η γ. της Τατάρνας, που έχουν κατασκευαστεί από προεντεταμένο σκυρόδεμα. Η γ. Ρίου-Αντιρρίου, που έχει αρχίσει να κατασκευάζεται και θα συμβάλει στη ζεύξη της Πελοποννήσου με τη Στερεά Ελλάδα, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα έργα γεφυροποιίας στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Ιστορία.Οι πρώτες γ. για τη γρήγορη διάβαση ανώμαλου εδάφους και φυσικών εμποδίων κατασκευάστηκαν από ξύλο, όπως μαρτυρούν ορισμένα προϊστορικά ευρήματα. Ξύλινες γ. διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά την αρχαιότητα, ακόμα και μετά την εμφάνιση των πλωτών γ. (με λέμβους) και των γ. με τοιχοποιία επάνω σε βάθρα, με φορείς ευθύγραμμους ή τοξωτούς, όπως οι ρωμαϊκές και οι ετρουσκικές γ. Οι αρχαιότερες λίθινες γ. που γνωρίζουμε είναι αιγυπτιακές και ανάγονται στο αρχαίο Βασίλειο (περ. 2700 – 2200 π.Χ.). Στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. μία μεγάλη γ. σε βάθρα με εννέα ανοίγματα, της οποίας σώζονται τα ίχνη, κατασκευάστηκε κοντά στο περίφημο ανάκτορο της Κνωσού. Οι ετρουσκικές γ. κατασκευάζονταν με θόλους και οι ρωμαϊκές με πολυάριθμες αψίδες που διατηρήθηκαν σε αρκετά σημεία της αυτοκρατορίας και σε πολλές περιπτώσεις είναι ικανές να αντέξουν στον φόρτο της σύγχρονης κυκλοφορίας. Από τις μακρύτερες είναι οι ισπανικές γ. της Μέριδα, στο Γκουαντιάνα, της εποχής του Αυγούστου (792 μ. και 60 αψίδες), και της Σαλαμάνκα, στον Τόρμες, της εποχής του Τραϊανού (400 μ. και 26 αψίδες).(Φυσ.) Ο όρος γ. χρησιμοποιείται και στην ηλεκτροτεχνία, για να δηλώσει ένα κύκλωμα που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση ηλεκτρικών μεγεθών (αντίσταση, χωρητικότητα, πηνίο). Στη γενική του μορφή, ένα κύκλωμα με γ. αποτελείται από τέσσερα στοιχεία, ίσα ή όχι μεταξύ τους, τα οποία συνδέονται ανά δύο σε σειρά. Τα δύο ζεύγη συνδέονται μεταξύ τους παράλληλα και στα άκρα τους εφαρμόζεται η ίδια τάση. Λέμε ότι η γ. ισορροπεί όταν τα σημεία που δεν έχουν συνδεθεί με τη γεννήτρια τάσης αποκτήσουν το ίδιο δυναμικό, οπότε ένα όργανο που τα συνδέει δεν δείχνει δίοδο ρεύματος. Στην περίπτωση της γ. του Γουίτστον, πρότυπου των γ. μέτρησης, τα στοιχεία είναι αντιστάσεις και η συνθήκη ισορροπίας είναι: Αν οι τρεις από τις αντιστάσεις είναι γνωστές, η τιμή της τέταρτης, η οποία θεωρείται άγνωστη, προκύπτει εύκολα. Μία παραλλαγή της γ. Γουίτστον είναι η γ. του Κίρχοφ, όπου δύο αντιστάσεις αντικαθίστανται από ένα βαθμονομημένο σύρμα, πάνω στο οποίο μετακινείται ένας δρομέας. Η θέση του δρομέα καθορίζει την τιμή των αντιστάσεων στα δύο τμήματα, στα οποία χωρίζεται το σύρμα, και τον λόγο που υπάρχει μεταξύ τους. Γέφυρα στη Μέριδα της Ισπανίας, που είναι μία από τις μεγαλύτερες που κατασκεύασαν οι Ρωμαίοι· έχει μήκος 792 μ. και πλάτος 6,52 μ. Γέφυρα από χορτόσχοινα στον ποταμό Μπιμπακά, στο Κονγκό. Ο τύπος αυτός γέφυρας είναι ο πρόδρομος των σύγχρονων κρεμαστών γεφυρών. Η γέφυρα του Ριάλτο, στη Βενετία, έργο του Αντόνιο ντα Πόντε (1590), είναι μία από τις ωραιότερες της Αναγέννησης. Γέφυρα στη Θεσσαλία, κοντά στη μονή Δουσίκου. «Η γέφυρα του Μπρούκλιν», πίνακας μοντέρνας τέχνης του Αμερικανού ζωγράφου Τζόζεφ Στέλα· οι γέφυρες έχουν εμπνεύσει πολλούς ζωγράφους, όπως άλλωστε και τη δημοτική μούσα πολλών λαών. Η μόνη γέφυρα του 5ου αι. π.Χ. που έχει βρεθεί στην κυρίως Ελλάδα, στο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος· έχει τέσσερα ανοίγματα συνολικού μήκους 9 μ., τα οποία καλύπτονται από οριζόντιες λίθινες δοκούς. Το σύστημα αυτό δεν συναντάται ούτε στις παλαιότερες μυκηναϊκές γέφυρες, όπου χρησιμοποιείται το εκφορικό, ούτε στις μεταγενέστερες ρωμαϊκές, όπου κατασκευάζονται τόξα (φωτ. Δ. Ζήβα). Γέφυρες με δοκούς. Με την ονομασία αυτή καθορίζονται οι γέφυρες που έχουν κάθετη δράση στα βάθρα. Στη φωτογραφία, σχήματα δικτυωτών δοκών που χρησιμοποιούνται κυρίως για σιδερένιες γέφυρες με δοκούς (1-δοκός Πρατ, 2-δοκός Γουόρεν, 3-δοκός Πετί ή Πενσιλβάνια). Σιδερένια γέφυρα με δικτυωτές δοκούς (φωτ. Nαt). Απλή οδογέφυρα στην Αυστρία (φωτ. Nat.). Σχήματα τοξωτών γεφυρών: 1) με υπερκείμενο κατάστρωμα, 2) με ενδιάμεσο κατάστρωμα, 3) με υποκείμενο κατάστρωμα, 4) τόξο με πακτώσεις, 5) τόξο με δύο αρθρώσεις, 6) τόξο με τρεις αρθρώσεις, 7) λεπτομέρεια άρθρωσης. Η γέφυρα με τόξο με πακτώσεις παρουσιάζει μεγαλύτερη ακαμψία, ενώ η γέφυρα με τόξο με αρθρώσεις είναι πιο ελαστική και δεν επηρεάζεται από τις μικρές μεταβολές του μήκους λόγω μεταβολής της θερμοκρασίας ή καθίζησης των στηριγμάτων. Γέφυρα στο Ρίο Παραΐμπα, στη Βραζιλία. ΚΡΕΜΑΣΤΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ Σχήμα γέφυρας που ανορθώνεται. Σχήμα γέφυρας που ανυψώνεται. Σχήμα γέφυρας που περιστρέφεται με ίσους βραχίονες. Γέφυρα στην έξοδο του λιμανιού του Άμστερνταμ (φωτ. Nat). Γέφυρα στη διώρυγα του Φιουμιτσίνο (φωτ. Cascio). Η οδογέφυρα Λάνγκεμπρο στην Κοπεγχάγη (φωτ. Igda). Πλωτή γέφυρα από βάρκες στον Πάδο. Οι γέφυρες αυτές χρησιμοποιούνται ως πρόχειρες γεφυροσκευές για τη διάβαση ποταμών μεγάλου πλάτους (φωτ. Sef). Το μονότοξο γεφύρι της Κόνιτσας, ανοίγματος 37 μ. Η κομψότητα των αναλογιών του φανερώνει το μέτρο της τολμηρότητας της κατασκευής. Γέφυρες με δοκούς. Με την ονομασία αυτή καθορίζονται οι γέφυρες που έχουν κάθετη δράση στα βάθρα. Στη φωτογραφία, σχήματα δικτυωτών δοκών που χρησιμοποιούνται κυρίως για σιδερένιες γέφυρες με δοκούς (1-δοκός Πρατ, 2-δοκός Γουόρεν, 3-δοκός Πετί ή Πενσιλβάνια). Σχήματα τοξωτών γεφυρών: 1) με υπερκείμενο κατάστρωμα, 2) με ενδιάμεσο κατάστρωμα, 3) με υποκείμενο κατάστρωμα, 4) τόξο με πακτώσεις, 5) τόξο με δύο αρθρώσεις, 6) τόξο με τρεις αρθρώσεις, 7) λεπτομέρεια άρθρωσης. Η γέφυρα με τόξο με πακτώσεις παρουσιάζει μεγαλύτερη ακαμψία, ενώ η γέφυρα με τόξο με αρθρώσεις είναι πιο ελαστική και δεν επηρεάζεται από τις μικρές μεταβολές του μήκους λόγω μεταβολής της θερμοκρασίας ή καθίζησης των στηριγμάτων. ΚΡΕΜΑΣΤΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ
* * *
η και γεφύρι και γιοφύρι, το (AM γέφυρα, η και γεφύριον, το)
1. τεχνητή κατασκευή για τη διάβαση ποταμού, χαράδρας, πορθμού κ.λπ.
νεοελλ.
1. μέσο επικοινωνίας ή διασύνδεσης
2. (στη γυμναστική) σωματική άσκηση στην οποία ο κορμός από την ύπτια θέση ανασηκώνεται και καθώς κάμπτεται αποκτά το συμβατικό σχήμα τής γέφυρας
3. (οδοντ.) προσθετική εργασία για την αποκατάσταση μέρους τής οδοντοστοιχίας
4. φρ. «της Τρίχας το γεφύρι» — γεφύρι το οποίο μόνο οι δίκαιοι μπορούν να περάσουν πηγαίνοντας στον Παράδεισο
αρχ.
πληθ.
1. φράγμα, ανάχωμα ποταμού, πρόχωμα
2. μτφ. το διάστημα μεταξύ τών στρατιωτικών μονάδων που μάχονται ή και τα όρια τού πεδίου τής μάχης
3. υπόγεια σήραγγα.
[ΕΤΥΜΟΛ. γέφῡρα < γεφυρ-yᾰ (η μακρότητα του -υ- οφείλεται σε αντέκταση
πρβλ. και *αγκυρ-yᾰ < αγκῡρα). Λέξη που μαρτυρείται ήδη από την ομηρική ποίηση, και μάλιστα μόνον κατά πληθυντικό στην Ιλιάδα, με τη σημασία «υψώματα τής γης που συγκρατούν ρεύμα νερού» (πρβλ. τη μεταφορική έκφραση «πολέμοιο γεφύρας», ερμηνευμένη από σχολιαστές ως «τάς διόδους τῶν φαλάγγων»). Η εναλλαγή τού αρκτικού φθόγγου διαλεκτικώς (πρβλ. βέφυρα, βοιωτ. δέφυρα, κρητ. δίφουρα, λακων. οδήγησε στην υπόθεση χειλοϋπερωικού φθόγγου *gw (ρίζα *gwbh-). Δυσερμήνευτο παραμένει το γ- του τ. γέφυρα, που πιθανόν να προήλθε κατόπιν ανομοιωτικής ή αφομοιωτικής αποβολής του χειλικού στοιχείου (w) Από απόπειρες συσχετισμού τής λ. με άλλους ινδοευρ. τύπους, όπως το αρμ. Kamurj «γέφυρα», που εμφανίζουν δυσχέρειες (το ελλ. -φ < *bh θα έπρεπε λ.χ. να αντιστοιχεί σε αρμ. -w-), υποστηρίχτηκε ότι πρόκειται για λ. μη ινδοευρ. (κρητικής, αιγαιακής ή σημιτικής) προελεύσεως. Το νεοελλ. γεφύρι < μτγν. γεφύριον, υποκορ. τού γέφυρα
νεοελλ. γιοφύρι < μσν. γιοφύριν < γεφύριον (για τον σχηματισμό τού τ. γιοφύριν
πρβλ. γεμάτος -γιομάτος, γεμίζω- γιομίζω, γέμα- γιόμα.
ΠΑΡ. γεφυρώνω (AM γεφυρώ)
αρχ.
γεφυρίζω
νεοελλ.
γεφυριάτικα, γεφυρικός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) γεφυροποιός
μσν.
γεφυρεργάτης, γεφυρουργία
νεοελλ.
γεφυροδοποιός, γεφυροειδής, γεφυρόζευγμα, γεφυροθύρωμα γεφυροσκευή, γεφυρόστρωση. (Β' συνθετικό) νεοελλ. αερογέφυρα, γερανογέφυρα, οδογέφυρα, πεζογέφυρα, τροχιογέφυρα, υδρογέφυρα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γέφυρα — η 1. κατασκευή πάνω από ποτάμια ή χαράδρες που χρησιμεύει ως πέρασμα ανθρώπων, ζώων ή οχημάτων: Κρεμαστή γέφυρα. 2. μτφ., το μέσο προσέγγισης ή ο τόπος απ όπου περνά κάποιος: Το Βυζάντιο ήταν για αιώνες η γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γέφυρα — Sp Gèfyra Ap Γέφυρα/Gefira L Š Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • γεφύρα — γεφύ̱ρᾱ , γέφυρα b fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεφύρᾳ — γεφύ̱ρᾱͅ , γέφυρα b fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέφυρα — γέφῡρα , γέφυρα b fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γέφυρα — [ гефира] ουσ. в. мост …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Γέφυρα Ισθμού — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 75 μ., 192 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λουτρακίου Περαχώρας …   Dictionary of Greek

  • Γέφυρα Μπανιά — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 120 μ., 98 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ναυπακτίας του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ναυπάκτου …   Dictionary of Greek

  • Αδάμ, Γέφυρα του– — Ύφαλοι που εκτείνονται σε μήκος περίπου 30 χλμ. ανάμεσα στη ΝΑ ακτή της Ινδίας και στο νησί Σρι Λάνκα. Λέγονται και Γέφυρα του Ραμά και θεωρούνται από τις τοπικές παραδόσεις πανάρχαια υπολείμματα λιθόστρωτου δρόμου που ένωνε το νησί με την Ινδική …   Dictionary of Greek

  • Μεγάλη Γέφυρα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ., 268 κάτ.) του νομού Πιερίας. Βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Αλιάκμονα και σε απόσταση 37 χλμ. Β της Κατερίνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αιγινίου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.